Δευτέρα, Δεκέμβριος 08, 2008

Αυτή η επίθεση (που βιώνουμε τα τελευταία 24ωρα) διαβάζεται -πλέον- λάθος. Η πρώτη ανάγνωση είχε να κάνει με τη δολοφονία ενός 15χρονου παιδιού από το υπηρεσιακό όπλο ενός ειδικού φρουρού. Η οργή για το γεγονός αυτό, όμως, δεν είναι αυτή καθαυτή που προκαλεί τα όσα βλέπουμε. Αυτή δεν είναι επίθεση προς την αστυνομία και τους μπάτσους. Δεν είναι επίθεση προς την κυβέρνηση και την εξουσία. Είναι επίθεση προς τον τρόπο ζωής μας. Αυτό είναι που πρέπει να καταλάβουμε όλοι.

Ο κόσμος δεν έχει βαρεθεί τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ –πάλι αυτούς θα ψηφίσει και εδώ θα είμαστε να το συζητάμε. Ο κόσμος δεν έχει βαρεθεί τους μπάτσους και τα μέσα καταστολής –αν αυτά πάψουν, οι αναρχικοί δεν θα έχουν με ποιον να πλακωθούν και θα μαραζώσουν. Αυτό που βαρέθηκαν όλοι, είναι ο τρόπος ζωής μας: ο υπέρμετρος καταναλωτισμός, ο υλικισμός, η δική μας απάθεια, το δικό μας μούδιασμα και ο δικός μας ωχαδερφισμός, αλλά και η ασυδοσία όλων αυτών που ΕΜΕΙΣ ψηφίζουμε και ΕΜΕΙΣ χειροκροτούμε. Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε όλοι είναι ότι ΕΜΕΙΣ έχουμε φέρει σε αυτή την κατάσταση την κοινωνία μας. Όλοι μας. Εμείς που σκεφτόμαστε μόνο εμάς και την οικογένειά μας και κανέναν άλλο. Εμείς που το μοναδικό που θέλουμε είναι να περνάμε καλά και να πάνε να γαμηθούμε όλοι οι υπόλοιποι.

Το όπλο από το χέρι του ειδικού φρουρού δεν πυροβόλησε μόνο ένα 15χρονο παιδί που στην τελική δεν έφταιγε και σε τίποτα, αλλά εμάς. Οι καταστροφές που γίνονται σε όλη την Αθήνα δεν πραγματοποιούνται από εξωγήινους, αλλά από νεαρούς που ζουν στην ίδια πόλη με όλους μας. Από εξοργισμένους ανθρώπους που είτε το επικροτούμε είτε όχι, είναι προφανές ότι κάτι θέλουν να πουν. Κάτι που ήθελαν να πουν εδώ και καιρό και κανένας δεν τους άκουγε.

Και η πιπίλα των «γνωστών-αγνώστων» δεν περνάει πια. Κάποτε λέγαμε ότι είναι 200-300. Ξαφνικά πολλαπλασιάστηκαν και έγιναν 5000; Όχι. Άρα, υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός νέων που έφτασαν στο αμήν και «βαπτίζονται» αναρχικοί και μπάχαλοι. Το γιατί, δεν πρόκειται να το βρούμε τώρα. Αυτό που είναι φανερό, πλέον, είναι το εξής: Στόχος όλων αυτών που φτάνουν μέχρι το σημείο να κάψουν την Εθνική Βιβλιοθήκη δεν είναι η κατακραυγή για τον χαμό του Αλέξη. Αυτό το κάνουν οι μαθητές με τις πορείες τους τα πρωινά. Στόχος όλων αυτών είναι η διάλυση του κράτους, όπως το ξέρουμε. Με σκοπό να αναγεννηθεί από την αρχή. Κάτι σαν τον θρυλικό Φοίνικα, με λίγα λόγια.

Αυτό, όμως, που μου προκαλεί τεράστια εντύπωση είναι κάτι άλλο: Συνήθως, όταν κάποιοι επιτίθενται εναντίον μιας κοινωνίας, η κοινωνία και οι άνθρωποι που την κυβερνούν, αντιδρούν για να τη διατηρήσουν (προστατέψουν ή πείτε το όπως αλλιώς θέλετε). Προχθές, χθες, σήμερα και -μάλλον και- αύριο κανένας δεν αντιδρά. Γιατί, άραγε;

Υ.Γ.: Ένα 15χρονο παιδί δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από χέρι μπάτσου. Κανένας δεν πρέπει να το ξεχάσει αυτό.

Τετάρτη, Νοέμβριος 26, 2008

Παρεξηγημένο πράγμα η φιλία. Υπερτιμημένο και υποτιμημένο συνάμα. «Δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι», λέει η λαϊκή ρήση. Όχι, διαφωνώ. Κανένας άλλος, πέρα από τον εαυτό μου, δεν μπορεί να με χαρακτηρίσει. Να με προσδιορίσει. Ακόμα και αν αυτόν τον άλλο, τον έχω επιλέξει. Γιατί περί αυτού πρόκειται ουσιαστικά: για τις επιλογές που κάνουμε.

Ένας πολύ κοντινός μου άνθρωπος λέει πως οι φίλοι είναι πιο σημαντικοί από την οικογένεια. Γιατί τους φίλους τους διαλέγεις. Τους συγγενείς τους φορτώνεσαι. Υπερτιμημένη εδώ η φιλία. Είναι συνετό να δεθείς τόσο πολύ με έναν άνθρωπο, που στην τελική δεν είναι αίμα σου; Αξίζει; Μπορείς να του δώσεις το 100%; Πρέπει;

Οι αληθινοί φίλοι είναι για μια ζωή, λένε. Είναι εκεί για τα καλά και για τα κακά. Για τα όμορφα και για τα άσχημα. Είναι. Δεν διαφωνώ. Δεν έχω το δικαίωμα να διαφωνήσω. Ούτε αμφιβάλλω. Και πάλι, δεν δικαιολογούμαι να αμφιβάλλω.

Οι γκόμενες, λέει και πάλι ο ίδιος κοντινός μου άνθρωπος, πάνε κι έρχονται. Οι συγγενείς μπορεί και να λησμονηθούν. Οι φίλοι ποτέ. Οι φίλοι είναι πάντα εκεί για σένα. Να σου κρατούν το χέρι. Να σου τραβούν και τα γκέμια, αν κι εφόσον χρειαστεί.

Να σου ορίζουν, με λίγα λόγια, και τι πρέπει να κάνεις. Δύσκολα μονοπάτια ετούτα. Δικαιούται ο φίλος σου να σου πει τι πρέπει να κάνεις; Δικαιούται. Δικαιούται, όμως, να σου πει τι θα κάνεις; Είναι σε θέση να σου πάρει το τιμόνι απ’ τα χέρια, αν θεωρεί ότι οδηγείς προς λάθος κατεύθυνση; Είναι, αν εσύ του έχεις δώσει αυτό το δικαίωμα.

Και πάλι καταλήγουμε στο εγώ -υποθέτω πως όταν ο Βέλτσος μιλούσε για το «εγώ» που είναι ο άλλος και το αντίστροφο, μάλλον και κάτι τέτοιο είχε στο μυαλό του. Μπορεί βέβαια και όχι, γιατί είμαι και χαζός και δεν καταλαβαίνω. Είναι θεμιτό να παραμερίζουμε το εγώ μας και να «υπακούμε» στην -καλοπροαίρετη, δεν αντιλέγω- υποβολή των φίλων μας;

Στον εκβιασμό «ή εγώ (ο καλύτερός σου φίλος, ο αδερφός σου) ή αυτή (στη θέση του “αυτή” μπαίνει το οτιδήποτε)», είναι σωστό να υποκύψουμε; Αν προλάβουμε, βέβαια, να σκεφτούμε αν πρέπει να υποκύψουμε. Συνήθως, λειτουργούν τα αντανακλαστικά και φοβόμαστε μην χάσουμε τον φίλο μας.

Είναι, όμως, έτσι; Πρέπει να είναι έτσι; Οι φίλοι είναι για να μας περιορίζουν τις επιλογές; Για να λειτουργούν ως δεύτερες μητέρες; Ή για να μας δίνουν και μια δεύτερη γνώμη; Συμβουλευτική, που δεν υποδεικνύει, δεν κατευθύνει, παρά τονίζει διαφορετικές οπτικές γωνίες...

Υποθέτω πως αν ήταν έτσι, οι ψυχολόγοι θα είχαν χρεοκοπήσει. Γιατί τι κάνεις στον ψυχολόγο; Μιλάς για ό,τι σε απασχολεί, χωρίς παρεμβάσεις. Χωρίς προτροπές. Χωρίς φιλικές-μητρικές-πατρικές συμβουλευτικές προτάσεις, τις οποίες θα αναγκαστείς κάποια στιγμή να συμμεριστείς.

Ο φίλος είναι εκεί για να σε ακούσει ή για να παίξει τον σκηνοθέτη στο Truman Show; Κάπου εδώ έχω μπερδευτεί. Δεν είναι άλλο πράγμα η αγάπη και άλλο η καθοδήγηση; Ακόμα και αν η τελευταία πηγάζει απ’ την πρώτη. Το «αγαπάω» σημαίνει ταυτόχρονα και «έχω το δικαίωμα να επεμβαίνω άμεσα στη ζωή σου»;

Επειδή αγαπάς κάποιον, μπορείς να τον κάνεις και μαριονέτα σου; Δεν υπάρχει κάπου εκεί ένα όριο; Έτσι υποτιμάται η φιλία. Η αληθινή φιλία. Για τον φίλο σου θα τρέξεις, θα ιδρώσεις, θα ματώσεις, θα αγχωθείς, θα κλάψεις, θα γελάσεις, θα σκιστείς, όμως πάντα για τις επιλογές που εκείνος κάνει. Τι νόημα έχει να κάνεις όλα τα παραπάνω για κάτι που εσύ του έχεις υποδείξει (υποχρεώσει, εκβιάσει) να κάνει. Υποκριτικό δεν είναι;

Τους φίλους μου τους αγαπάω. Πραγματικά. Τους νοιάζομαι και τους χρειάζομαι κοντά μου. Όλους. Τους πιο φίλους μου, ακόμα πιο κοντά. Αν μου φύγουν κι αυτοί, μειώνονται δραματικά εκείνοι οι λόγοι για τους οποίους αξίζει να σηκώνομαι κάθε πρωί...

Αν ποτέ έχω εξαναγκάσει κάποιον να κάνει κάτι που δεν ήθελε (ή να μην κάνει κάτι που ήθελε), του ζητώ συγγνώμη. Αν ποτέ μου έχει συμβεί εμένα να με εξαναγκάσουν να κάνω κάτι που δεν ήθελα ή να μην κάνω κάτι που ήθελα; Μου έχει συμβεί... Για το καλό μου...

Τρίτη, Νοέμβριος 18, 2008

Η αυτολύπηση είναι ένα ύπουλο συναίσθημα. Δεν λέω κακό, γιατί ενίοτε μπορεί να δώσει το έναυσμα για βοήθεια. Ενίοτε, όμως. Γι’ αυτό και λέω ότι είναι ύπουλο. Δεν ξέρω αν είναι ένα βήμα πριν ή μετά την κατάθλιψη. Αυτό που ξέρω, είναι ότι μοιάζει με την πατάτα.

Ο πατέρας μου έλεγε ότι η πατάτα είναι το πιο ύπουλο φαγητό. Η βραστή πατάτα. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις με το μάτι αν είναι καυτή ή όχι. Μπορεί εμφανισιακά να μοιάζει κρύα (να μην αχνίζει δηλαδή), όμως στο εσωτερικό να είναι ζεστή και να σου κάψει τη γλώσσα. Πιο τέλεια παρομοίωση για την αυτολύπηση δεν μπορώ να βρω.

Όλη την νιώθουμε. Όλοι, λίγο ή πολύ. Όλοι έχουμε κοιταχθεί στον καθρέπτη και μετά κατεβάσαμε το κεφάλι σιωπηρά για να μην ακούσουμε τις πραγματικές μας σκέψεις. Γιατί ναι, οι σκέψεις μπορεί να μην έχουν μιλιά, όμως ακούγονται. Κι αυτό το έχω μάθει στην πράξη. Για κακή μου τύχη.

Άλλοι σηκώνουν το κεφάλι και απλά προχωρούν. Άλλοι σηκώνουν το κεφάλι πιο αποφασιστικά και κάνουν κάτι για να αλλάξουν την κατάσταση. Άλλοι, απλά δεν σηκώνουν το κεφάλι και πάνε για ύπνο, περιμένοντας την νεράιδα να έρθει για να κουνήσει το μαγικό της ραβδάκι, ούτως ώστε όταν ξυπνήσουν, όλα να είναι τέλεια.

Ένας φίλος μου λέει ότι όλοι μπορούμε να πραγματοποιήσουμε τα όνειρά μας, αρκεί να μην ξυπνήσουμε. Χε χε. Τι απίστευτη ειρωνεία. Την πρώτη φορά που το άκουσα, γέλασα. Και τώρα γελάω, όμως πια έχω καταλάβει την καταθλιπτική νότα της ατάκας: Όλοι μπορούμε να γίνουμε αυτό που επιθυμούμε, αρκεί να μην ζούμε. Αρκεί να κοιμόμαστε. Αν έχει δίκιο ή άδικο, θα το μάθουμε όταν έρθει η ώρα μας. Στο μεταξύ, όμως, τι γίνεται;

Αξίζει να περιμένεις; To be or not be, που αναρωτιέται και ο Άμλετ;

To be, για πολλούς και διάφορους λόγους. Για όλα αυτά που μας γεμίζουν την καρδιά και την ψυχή, που μας κάνουν να χαμογελάμε και να κλαίμε, που μας εξηγούν το γιατί αξίζει να σηκωθούμε το πρωί (ή το μεσημέρι ή το βράδυ) απ’ το κρεβάτι.

Όλα αυτά, που κάποια στιγμή, όμως, τελειώνουν. Και μας αφήνουν μόνους. Γεμάτους από αναμνήσεις, άδεια συναισθήματα και ψεύτικα λόγια. Λόγια μεγάλα κι ωραία, που τα πιστέψαμε και αποδείχτηκαν μια άδεια φούσκα. Που μια μέρα απλά έσκασε.

Δηλαδή, not to be;

Η συνήθεια είναι ο μεγαλύτερος σύμμαχος της αυτολύπησης. Συνηθίζεις απλά να ζεις. Απλά. Και δεν εννοώ απλοϊκά. Εννοώ το αγγλικό just. Χωρίς νόημα. Χωρίς λόγο. Just για να ζεις. Για να βγαίνεις στο δρόμο και να υπηρετείς τα θέλω των άλλων. Και να ονειρεύεσαι στον ύπνο και τον ξύπνιο σου τα θέλω τα δικά σου. Αυτό είναι η ζωή μας. Η καθημερινότητά μας.

Όπως πολύ εύστοχα λένε και οι Coldplay:
And I wanna fly and never come down
And live my life and have friends around

We never change, do we? no, no
We never learn, do we?

Τρίτη, Σεπτέμβριος 30, 2008

Την ώρα (και τη στιγμή) που όλοι προσπαθούν να έχουν μια ζωή άνετη, εγώ προσπαθώ να έχω μια ζωή ήσυχη. Δεν την αντέχω την πολλή βαβούρα. Σε όλα τα επίπεδα. Όχι, αυτό δεν είναι δικαιολογία για πολλές απ’ τις ελλείψεις μου, αλλά η αλήθεια είναι πως απ’ το να πονοκεφαλιάζω (να γκρινιάζω, να αναθεματίζω, να βλαστημάω και όλα τα ωραία που βλέπω γύρω μου), προτιμώ να μένω άεργος. Ο χρόνος θα δείξει αν δίκιο έχω εγώ ή όλος ο υπόλοιπος κόσμος.

Δεν θέλω να κάνω τον έξυπνο. Ποτέ δεν υπαινίχθηκα ότι είμαι. Δεν ανακαλύπτω ούτε την Αμερική ούτε τον τροχό. Ούτε κάποιον μυστηριώδη όρκο έχω πάρει. Υποτίθεται πως κάποια πράγματα υπάρχουν για να σε κάνουν να νιώθεις όμορφα. Να σου δίνουν έναν λόγο να σηκώνεσαι το πρωί. Έναν λόγο να χαμογελάς. Κι επειδή το έζησα -έστω και λίγο- αυτό, ξέρω ότι δεν είναι υπερβολή. Ότι δεν είναι ανέφικτο. Τουλάχιστον σε πρώτο βαθμό. Επιφανειακά...


Και μπαίνω -επιτέλους- στο θέμα:
Τι σκατά έχουν πάθει οι γκόμενες στην εποχή μας;;;


Όχι, δεν είναι άσχετη η ερώτηση με την -μακροσκελή- εισαγωγή μου. Είναι πολύ σχετική και θα φανεί αυτό στη συνέχεια.


Μπορεί να είμαι σεξιστής. Μπορεί. Είμαι βέβαια σίγουρος πως σεξιστή θα με πουν οι γυναίκες (αυτό ακούστηκε φαλλοκρατικό!). Ακόμα, όμως, κι αν είμαι, υπάρχουν κάποια πράγματα που είτε τα λέει ένας σεξιστής είτε όχι, δεν έχει σημασία, γιατί ούτως ή άλλως υπάρχουν. Κατανοητό; Συνεχίζουμε...


Ζούμε, δίχως αμφιβολία, στην εποχή του αιδοίου. Τι σημαίνει αυτό; Πολύ απλά, πως οι εποχές που οι άνδρες, λόγω του φυσικού τους πλεονεκτ
ήματος (πιο δυνατοί, πιο γρήγοροι κλπ), έκαναν ό,τι ήθελαν, έχει περάσει. Ανεπιστρεπτί ή όχι, μένει να αποδειχτεί. Το φεμινιστικό κίνημα, που έδρασε τον περασμένο αιώνα, άλλαξε τις ισορροπίες στην κοινωνία. Έδωσε στον κόσμο να καταλάβει πως και οι γυναίκες έχουν δικαιώματα, πέρα από υποχρεώσεις. Όλα καλά, μέχρι εδώ. Συμφωνώ πως διορθώθηκε μια κοινωνική αδικία. Άρα δεν είμαι και πολύ σεξιστής. Ή μήπως είμαι...


Πάμε τώρα σε κάποια στατιστικά δεδομένα. Το 1971 (για την Ελλάδα μιλάμε), έγιναν 73.350 γάμοι και 3.675 απ’ αυτούς κατέληξαν σε διαζύγιο. Τα ίδια νούμερα για το 1981 είναι 71.178 και 6.351, για το 1991, 65.548 και 6.351 και για το 1998, 55.489 και 7.814. Αν και δεν βρήκα νούμερα για πιο πρόσφατα χρόνια, είμαι σχεδόν σίγουρος πως ο αριθμός των διαζυγίων μεγαλώνει. Και θα συνεχίσει να μεγαλώνει, όσ
ο περνούν τα χρόνια.


Τι φταίει; Δεν υπάρχει αμφιβολία πως κύριος λόγος είναι η «απελευθέρωση» της γυναίκας. Κυρίως, η πλήρης επίγνωση των δικαιωμάτων που έχει, αλλά και ο ένα και μεγαλύτερος ρυθμός απορρόφησής τους από την αγορά εργασίας. (Πως τα λέω...).


Πιο απλά, οι γυναίκες ξετρύπωσαν από το σπίτι, άρχισαν να βγάζουν φράγκα, συνειδητοποίησαν πως αν ο άντρας τους μαλακίζεται, μπορούν να κάνουν κάτι γι’ αυτό και το κάνουν.


Έλα, όμως, που μέχρι η κοινωνία να ενσωματώσει τα νέα δεδομένα, τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο...


Απλό παράδειγμα: Μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ’80, οι μητέρες ήταν αυτές που είχαν επιφορτιστεί με το μεγάλωμα των παιδιών στη
ν οικογένεια. Ο μπαμπάς πήγαινε στη δουλειά, η μαμά φρόντιζε τα παιδάκια και στην -τεράστια- πλειοψηφία τους, αυτά μεγάλωναν μια χαρά.


Δείτε τώρα τι γίνεται. Δείτε λίγο γύρω σας, όταν βγαίνετε στον
δρόμο. Δείτε πόσα καροτσάκια σέρνονται στον δρόμο από μητέρες και πόσα από Φιλιππινέζες baby-sitters (τυχαία είναι η εθνικότητα). Περάστε έξω από ένα δημοτικό. Δείτε ποιοι περιμένουν τα παιδάκια έξω από την πόρτα. Περάστε μετά από ένα γυμνάσιο. Δείτε πως βγαίνουν τα παιδάκια και τι κρατάνε στο χέρι τους (από τσιγάρα μέχρι ό,τι μπορείς να φανταστείς). Κι αυτά τα παιδάκια θα πάνε μετά στο σπίτι, όπου δεν θα τα περιμένει κανείς να τα ελέγξει. Και μετά θα σκοτωθούν σε καμία συμπλοκή συμμοριών ανηλίκων και θα βγουν οι μανάδες στα κανάλια να κλαίνε για τα ήσυχα κανακάρια τους που ποτέ δεν είχαν κάνει κάτι κακό. Λες και τα ήξεραν...


Πείτε με υπερβολικό. Δεν με νοιάζει. Εγώ ξέρω (και βλέπω), πως όσο περνάει ο καιρός, τόσο «μεγαλώνει» η γυναίκα μέσα στην κοινωνία
και τόσο πάνε τα πράγματα απ’ το κακό στο χειρότερο. Γιατί; Επειδή πάνω στη φούρια τους να αποδείξουν οι γυναίκες πως είναι ίσες με τους άντρες (αν όχι καλύτερες), κάνουν ένα τεράστιο λάθος. Τους αντιγράφουν.


Ο προπονητής μου στο βόλεϊ έλεγε πως οι γυναίκες δεν ξέρουν (και δεν πρόκειται ποτέ να μάθουν) να οδηγούν γιατί προσπαθούν να κάνουν ό,τι κάνει κι ένας άνδρας. Μόνο που το κάνουν χίλιες φορές χειρότερα. Π.χ. περνάει
ένας άνδρας με κόκκινο, θα περάσει και η γκόμενα. Μόνο που η γκόμενα απλά θα περάσει όποιο κόκκινο βρει μπροστά της, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες επικρατούν, την ώρα που ο άνδρας θα περάσει το κόκκινο, αφού έχει πρώτα ελέγξει αν υπάρχει άλλο διερχόμενο αμάξι κι έχει βεβαιωθεί πως δεν θα σκοτωθεί.

Σε γενικότερη κλίμακα, αυτό ισχύει και στην κοινωνία. Έχει μικρότερη γκόμενα ο άνδρας, θα βρει ένα τεκνό η γυναίκα. Όχι γιατί το έχει πραγματικά ανάγκη, αλλά για να δείξει πως μπορεί κι αυτή. Είναι καλός επαγγελματίας ο άνδρας, θα πρέπει να γίνει και η γυναίκα. Παραμελώντας, όμως, τους πάντες και τα πάντα γύρω της.


Η γυναίκα που με έμαθε αγγλικά, είχε πει μια μέρα κάτι πολύ σοφό: «Βάλαμε τα χέρια μας (οι γυναίκες) και βγάλαμε τα μάτια μας. Παλιά, είχαμε μόνο το σπίτι μας να φροντίσουμε. Τώρα, έχουμε και το σπίτι και τη δουλειά». Στην καλύτερη των περιπτώσεων, προσθέτω εγώ, γιατί συνήθως το σπίτι πάει κατά διαόλου.


Κι αυτά είναι παραδείγματα και καταστάσεις που αφορούν γενικά τη ζωή μας. Και που ίσως, θα μπορούσαν όλα να λειτουργήσουν διαφορετικά και πιο θετικά, αν υπήρχε μια καλύτερη συνεννόηση.


Απ’ τη φύση τους, τα θηλυκά αναζητούν το κατάλληλο ταίρι για
να τεκνοποιήσουν και να φέρουν στη ζωή το παιδί τους στο πιο ασφαλές περιβάλλον. Αυτό ήξερα πως λειτουργεί γενικά στον κόσμο μας. Οι άνθρωποι, όμως, τείνουν πλέον να καταλήξουν σε αράχνες. Όπου το θηλυκό τρώει το αρσενικό, μόλις αυτό την βοηθήσει να τεκνοποιήσει. Αν αυτό είναι το μέγα σχέδιο, τότε καλά το πάτε (ναι, εσείς οι γυναίκες). Προσέξτε, μόνο, μην γίνουμε μέλισσες, όπου τα αρσενικά κάθονται και ξύνονται και τα θηλυκά τρέχουν και δεν προλαβαίνουν.


Μετά λύπης μου βλέπω πλέον πως εκεί έξω επικρατεί ένας πόλεμος. Για το ποιος είναι καλύτερος και το ποιος είναι λιγότερο γουρούνι απ’ τον άλλο. Για το αν οι άνδρες είναι καθίκια και οι γυναίκες τσούλες.

Και βλέπεις ανθρώπους μιζεριασμένους ή δήθεν σούπερ ουάου, που ζουν την μεγάλη ζωή. Που πηδιούνται κάθε βδομάδα με διαφορετικό γκόμενο ή γκόμενα, για να αποδείξουν πως δεν είναι έρμαιο κανενός. Δεν συνειδητοποιούν, όμως, πως είναι έρμαια των εαυτών τους. Και αν αυτό το είχαμε συνηθίσει για τους άντρες, τώρα στο χορό μπαίνουν (βασικά έχουν μπει εδώ και καιρό) και οι γυναίκες. Για να αποδείξουν τι; Να πουν τι; Να καταλάβουν τι; Πως μπορούν κι αυτές; Μπράβο, μπορείτε. Μπράβο, μπορούμε όλοι. Ναι, αν θέλουμε, μπορούμε όλοι να καταστρέφουμε ο ένας τη ζωή του άλλου. Και μετά;

Μπράβο, λοιπόν. Αντιγράψτε τους άντρες. Γίνεται κι εσείς τα καθίκια, για τα οποία διαμαρτύρεστε αιώνες ολόκληρους. Βρείτε τη θέση σας στην κοινωνία και προσέξτε μην τη χάσετε. Βάλτε πιο κοντή φούστα, πιο μεγάλα εμφυτεύματα σιλικόνης, πηδηχτείτε απ’ τα 15 (ή απ’ τα 13, ή απ’ τα 14), κάντε τη ζωή όλων γύρω σας ανυπόφορη, παρατήστε τα παιδιά σας για την καριέρα σας κι όταν βγάλετε την πρώτη ρυτίδα, σκάστε τα -δικά σας είναι, ό,τι θέλετε τα κάνετε- ευρώ για μια ένεση μπότοξ.


Αν αυτό έψαχναν όσες γυναίκες ξεκίνησαν το κίνημα του φεμινισμού, τότε πάω πάσο. Όμως επειδή είμαι σίγουρος ότι δεν έψαχναν αυτό, βλέπω μετά λύπης μου πως για μία ακόμη φορά, οι γυναίκες έκαναν την τρίχα τριχιά. Υπερέβαλαν και συνεχίζουν να υπερβάλουν... Σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους.


Συγγνώμη, αλλά πλέον έχετε γίνει αντιαισθητικές...


Υ.Γ.: Όχι, δεν είμαι gay. Όχι, δεν έχω κοπέλα. Ναι, είμαι αρκετά αφελής για να πιστεύω πως δεν είναι όλες έτσι...

Παρασκευή, Αύγουστος 22, 2008

Ναι, βαριέμαι εύκολα. Όχι, δεν είναι αυτός ο βασικός λόγος για τον οποίο φεύγω από τη δουλειά. Ναι, υπάρχουν πολλά πράγματα που θέλω να δοκιμάσω ακόμα στη ζωή μου. Όχι, η αθλητική δημοσιογραφία, τουλάχιστον έτσι όπως ασκείται στην Ελλάδα, δεν με εκφράζει. Ναι, λοιπόν, θα ασχοληθώ με διαφορετικό – σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν μου – αντικείμενο. Τι μπορεί να είναι αυτό; Ίδωμεν...

Πολλά τριγυρίζουν το μυαλό μου. Πολλά θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως μέσα εκτόνωσης, έπειτα από μια τριετία κακουχιών – πνευματικών και σωματικών. Δεν θέλω, όμως, να θέσω ούτε μακροπρόθεσμους ούτε βραχυπρόθεσμους στόχους. Για την αρχή, τουλάχιστον, I’ll go with the flow. Κι όπου με βγάλει. Φόβοι και πάθη δεν υπάρχουν. Μικρός είμαι, δυνατός είμαι, υποχρεώσεις δεν έχω, στόματα να ταΐσω δεν έχω, οπότε βαρίδια να με κρατάνε πίσω δεν υπάρχουν. Στο μυαλό μου είναι τα πάντα και απλά πρέπει να τα μετατρέψω σε ενέργεια.

Αυτό που θέλω, είναι να έχω peace of mind. Ηρεμία. Χαλαρότητα. Δεν είναι ότι δεν αποδίδω υπό πίεση. Δεν έχω τέτοια προβλήματα. Απλά, βαρέθηκα στα 22 μου να λειτουργώ σαν 45χρονος οικογενειάρχης με δάνειο να πληρώσω και τρία παιδιά να σπουδάσω. Θα έρθει κι αυτή η στιγμή και ήδη νιώθω έτοιμος. Κι αυτό είναι κακό. Πολύ κακό. Αυτό που θέλω τώρα είναι να ταξιδέψω. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Να χαθώ. Και είμαι σίγουρος ότι τότε θα βρω τον εαυτό μου.